Ο μπουχέσας και ο Μανώλης
Στο on line λεξικό slang.gr ο ορισμός του «μπουχέσα» είναι: χοντρός, κοιλαράς, χοντρολίπαρος και τα συνώνυμά του είναι… «πεπόνιας» , «μπαφούσκας» «χλαπάτσας» κ.α. Θα επιχειρήσω λοιπόν μία…ενδελεχή ανάλυση για το είδος και μάλιστα με διάθεση ενωτική μιας που το είδος ανθεί τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα. Άλλωστε, οι δύο χώρες ανέκαθεν είχαν άρρηκτους εθνικούς δεσμούς.
Ο μπουχέσας της Λευκωσίας, κυκλοφορεί με «μερσεντέ» ή «καγιέ» όπως θα έλεγε κι ο φίλτατος Κώστας Καββαθάς, εσχάτως όμως εμφανίζεται και με Χάμερ για να τονίσει περαιτέρω τον όγκο του και την παρουσία του. Σε κάθε του βήμα, με την παραμικρή του κίνηση, φωνάζει «εδώ είμαι, έχω φράγκα, αμαξάρα, σπιταρόνα και όλα τα…κομφό και τα ‘ξεσουά».
Ο μπουχέσας παρκάρει με συνέπεια πάνω στα πεζοδρόμια μπαίνει στο περίπτερο παίρνει την εφημερίδα του πάει στο ταμείο, αγοράζει και τα πούρα του, πλερώνει και φεύγει. Αυτονόητο είναι πως δεν μιλάει στο ταμείο, ούτε καλημέρα ούτε ευχαριστώ, ούτε τίποτα. Αυτά, είναι συνήθειες των παρακατιανών.
Διαβάστε το υπόλοιπο εδώ: www.tvxs.gr/v24830

